IV. Ενότητα «Γνώση για περιστατικά κακοποίησης»
| Πίνακας 30: Γνώση για τα περιστατικά κακοποίησης στην περιοχή που κατοικούν (αθροιστικά) |
Το ερώτημα που τέθηκε στους ερωτώμενους ήταν «αν γνωρίζουν περιστατικά κακοποίησης», χωρίς να γίνεται περαιτέρω διάκριση σε περιστατικά παθητικής ή ενεργητικής κακοποίησης. Επιπλέον, δεν δόθηκε επεξήγηση στους ερωτώμενους για το τι προσδιορίζεται ως κακοποίηση π.χ. δεν επισημάνθηκε ότι και η εγκατάλειψη ενός ζώου συντροφιάς ανήκει στις μορφές κακοποίησης. Δεδομένου ότι διερευνήθηκε μόνο η γνώση των περιστατικών κακοποίησης, η έρευνα δεν μπορεί να παρέχει πληροφορίες για την ένταση των περιστατικών, καθώς και άλλα ποιοτικά στοιχεία που τα συνοδεύουν. Μια έρευνα αυστηρά εστιασμένη σε αυτή την κατεύθυνση θα διευκόλυνε την περαιτέρω διερεύνηση των φαινομένων κακοποίησης. Στον πίνακα 25, το ποσοστό όσων έχουν ακούσει ή γνωρίζουν περιστατικό/ά κακοποίησης διαμορφώνεται στο 34,8%, το οποίο κρίνεται υψηλό, καθώς ένας στους τρεις ερωτώμενους έχει υπ’ όψιν του κάποιο περιστατικό κακοποίησης ζώου συντροφιάς. Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δεν έχει πέσει στην αντίληψή τους τέτοιο περιστατικό καταγράφεται στο 46,2%, ενώ υψηλό είναι το ποσοστό (19,0) όσων απαντούν ότι δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να απαντήσουν.
| Πίνακας 32: Γνώση για τα περιστατικά κακοποίησης στην περιοχή που κατοικούν σε σχέση με την ηλικία |
Στον πίνακα 32 είναι εμφανές ότι τα περιστατικά κακοποίησης ζώων συντροφιάς είναι περισσότερο ορατά στις μικρότερες ηλικίες. Ενώ στην ηλικιακή κατηγορία 18-35 ετών το ποσοστό όσων έχουν ακούσει ή γνωρίζουν για κάποιο περιστατικό κακοποίησης είναι 41,9%, στην επόμενη κατηγορία (35-54 ετών) μειώνεται στο 37,7% και στην κατηγορία 55 ετών και άνω εμφανίζεται ακόμα πιο μειωμένο, στο 30,4%. Συνεπώς, οι νεότεροι «βλέπουν» περισσότερα περιστατικά κακοποίησης σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται τόσο στην επιλογή «δεν έχω ακούσει – δεν γνωρίζω», όσο και στην επιλογή «δεν γνωρίζω – δεν απαντώ».
| Πίνακας 35: Γνώση για τα περιστατικά κακοποίησης στην περιοχή που κατοικούν σε σχέση με την αστικότητα |
Το μέγεθος του πληθυσμού της περιοχής που κατοικούν οι ερωτώμενοι/ες δεν φαίνεται να συνδέεται με το αν «γνωρίζουν ή έχουν ακούσει» για περιστατικά κακοποίησης ζώων συντροφιάς. Ωστόσο, παρατηρείται ότι όσο απομακρυνόμαστε από τα αστικά κέντρα, αυξάνεται το ποσοστό δεν γνωρίζουν / έχουν ακούσει για περιστατικά κακοποίησης: από 45,5% στις αστικές περιοχές, αυξάνεται στις ημιαστικές σε 40,4% και στις αγροτικές διαμορφώνεται στο 51,7 %.
| Πίνακας 36: Γνώση για περιστατικά κακοποίησης στην περιοχή που κατοικούν σε σχέση με την ιδιοκτησία/ κατοχή ζώου συντροφιάς |
Στον πίνακα 36 διαπιστώνεται ότι όσοι/ες έχουν, είχαν ή σκοπεύουν να αποκτήσουν ζώο/α συντροφιάς «έχουν ακούσει ή γνωρίζουν» κάποιο περιστατικό κακοποίησης σε ποσοστό πολύ υψηλότερο από όσους δεν έχουν και δεν σκοπεύουν να αποκτήσουν. Όσοι/ες δεν έχουν ζώο συντροφιάς «έχουν ακούσει ή γνωρίζουν» περιστατικό κακοποίησης σε ποσοστό 26,5%, σε όσους έχουν κάποιο ζώο συντροφιάς το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 42,35 (15,8 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο), ενώ σε όσους είχαν και δεν έχουν πια το ποσοστό ανέρχεται σε 50,7% (24,2 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο).
Γενικά συμπεράσματα
Περίπου στα μισά (41%) νοικοκυριά στην Ελλάδα υπάρχει κάποιο ζώο συντροφιάς. Το υψηλό ποσοστό κατοχής ζώων συντροφιάς θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι ευαισθητοποιημένοι απέναντι στα ζώα, ωστόσο, ο πληθυσμός των αδέσποτων ζώων συντροφιάς στον τόπο μας είναι μεγάλος και αδιευκρίνιστος. Εξετάζοντας τα ερευνητικά δεδομένα, δεν διαπιστώνονται διαφορές σε σχέση με το πώς βλέπουν τα πράγματα οι άνδρες και οι γυναίκες. Όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις ηλικιακές κατηγορίες: οι μεγαλύτερες ηλικίες - από 55 ετών και άνω - «βλέπουν» λιγότερα αδέσποτα και λιγότερα περιστατικά κακοποίησης. Επιπλέον, αρκετά σημαντικές διαφορές εντοπίζονται όσο το επίπεδο εκπαίδευσης των ερωτώμενων μετατοπίζεται από το δημοτικό προς το λύκειο και εν συνεχεία προς το πανεπιστήμιο. Όσοι/ες έχουν ολοκληρώσει ανώτερη/ανώτατη εκπαίδευση εμφανίζουν χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκτησίας/κατοχής και εμφανίζουν υψηλότερη ορατότητα σε σχέση με τον αριθμό των αδέσποτων, την ύπαρξη ενεργειών από την πλευρά της τοπικής αυτοδιοίκησης και τα περιστατικά κακοποίηση.
Όσο απομακρυνόμαστε από τα αστικά κέντρα προς την ύπαιθρο, τόσο αυξάνεται ο αριθμός των νοικοκυριών που έχουν ζώο συντροφιάς, όπως επίσης και ο αριθμός των αδέσποτων, που αποτελεί μια σημαντική ένδειξη ότι ο πληθυσμός των αδέσποτων «παράγεται» από τους κατόχους ζώων συντροφιάς. Ταυτόχρονα, όσο απομακρυνόμαστε από τα αστικά κέντρα προς την ύπαιθρο, σχεδόν μηδενίζεται η ορατότητα δραστηριότητας των δήμων και γίνονται ορατά περισσότερα περιστατικά κακοποίησης, αλλά και περισσότερη αδιαφορία για αυτά τα περιστατικά.
Από την άλλη πλευρά, οι δήμοι, που σύμφωνα με το Ν. 4039/12 οφείλουν να εφαρμόσουν σειρά μέτρων, εμφανίζουν χαμηλή αναγνωρισιμότητα πρωτοβουλιών, είτε λόγω ελλείψεων στο έργο τους είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης των πολιτών για το έργο αυτό, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι σε σχέση με τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς είτε η τοπική αυτοδιοίκηση είτε η κοινωνία ή και οι δύο ταυτόχρονα εμφανίζονται αδιάφοροι απέναντι στο πρόβλημα.
Σε κάθε περίπτωση τα ευρήματα είναι μάλλον απογοητευτικά. Ο πληθυσμός των αδέσποτων ζώων συντροφιάς παραμένει άγνωστος, πληθυσμός ο οποίος αυξάνεται, συνεχώς, ως παράπλευρο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Ακριβή στοιχεία στάθηκε αδύνατον να εντοπιστούν, έστω και κατά προσέγγιση, γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτό το ερώτημα. Εκτιμήσεις της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, καθώς και της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπή Ζωοφιλικών Σωματείων, υπολογίζουν τον πληθυσμό γύρω στα 2.500.000 αδέσποτα ζώα συντροφιάς.
Από την άλλη πλευρά, οι δήμοι, που σύμφωνα με το Ν. 4039/12 οφείλουν να εφαρμόσουν σειρά μέτρων, εμφανίζουν χαμηλή αναγνωρισιμότητα πρωτοβουλιών, είτε λόγω ελλείψεων στο έργο τους είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης των πολιτών για το έργο αυτό, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι σε σχέση με τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς είτε η τοπική αυτοδιοίκηση είτε η κοινωνία ή και οι δύο ταυτόχρονα εμφανίζονται αδιάφοροι απέναντι στο πρόβλημα.
Σε κάθε περίπτωση τα ευρήματα είναι μάλλον απογοητευτικά. Ο πληθυσμός των αδέσποτων ζώων συντροφιάς παραμένει άγνωστος, πληθυσμός ο οποίος αυξάνεται, συνεχώς, ως παράπλευρο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Ακριβή στοιχεία στάθηκε αδύνατον να εντοπιστούν, έστω και κατά προσέγγιση, γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτό το ερώτημα. Εκτιμήσεις της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, καθώς και της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπή Ζωοφιλικών Σωματείων, υπολογίζουν τον πληθυσμό γύρω στα 2.500.000 αδέσποτα ζώα συντροφιάς.
Πηγές:
- https://www.zoosos.gr/vprc-adiaphoroi-oi-demoi-kai-oi-katoikoi-tes-periphereias-gia-t-adespota-kai-tis-kakopo/#ixzz4SX8YRGCn
- https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwi14o2Oo-zQAhWBGCwKHU72BfIQFggYMAA&url=https%3A%2F%2Fwww.zoosos.gr%2Fwp-content%2Fuploads%2Fothers%2FVPRC-2013-Erevna-Adespota.pdf&usg=AFQjCNG_fHk3BCD_6Se6979ohGPna4kJPg&sig2=i7D2uHFlEomKDW_7cdM9BQ&bvm=bv.141320020,d.bGg